Πουλούσε χαλιά και κιλίμια στους δρόμους, έκανε τον λούστρο, τον σερβιτόρο, δούλευε ακόμα και στη λαχαναγορά. Ταυτόχρονα έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε πονεμένα τραγούδια. Τα βράδια άκουγε στα μαγαζιά τις φίρμες της εποχής και μαγευόταν. Στο τέλος του προγράμματος παρακαλούσε να πει κι αυτός ένα τραγούδι.

Κάπως έτσι τον "ανακάλυψε" ο ξάδερφός του, ο σπουδαίος μπουζουξής και συνθέτης Ανέστoς Αθανασίου ο επονομαζόμενος "Γύφτος" λόγω της τσιγγάνικης καταγωγής του.


Εκείνη την εποχή ήταν της μόδας οι ινδικές ταινίες, και οι εταιρίες έψαχναν τους κατάλληλους ερμηνευτές! Ο Ανέστος Αθανασίου συνάντησε τον Μανώλη στον Κινηματογράφο "Όνειρο", όπου ο νεαρός παρακολουθούσε τι άλλο - μια ινδική ταινία. Του έκλεισε ραντεβού στην Κολούμπια αλλά ο Αγγελόπουλος δεν εμφανίστηκε. Ο Ανέστος έξω φρενών τον πέτυχε την άλλη μέρα σε μια λέσχη μπιλιάρδου, τον πλησίασε και του έδωσε ένα δυνατό χαστούκι, λέγοντάς του: "Έτσι είστε εσείς οι γύφτοι, δε γίνεστε άνθρωποι!"

Φαίνεται πως ο Μανώλης συνετίστηκε, γιατί αμέσως μετά πήγε στην εταιρία και φωνογράφησε το πρώτο του τραγούδι. Ωστόσο η επιτυχία δεν ήρθε αμέσως. Χρειάστηκε να πει την θρυλική "Μαγκάλα", τραγούδι του Στράτου Ατταλίδη, που άγγιξε το δυσθεώρητο ύψος των 100000 δίσκων συναγωνιζόμενη την εμπορική επιτυχία της "Μαντουμπάλας" του Στέλιου Καζαντζίδη.

Έκτοτε ο Αγγελόπουλος εξελίχθηκε σε λαϊκό τραγουδιστή πρώτης γραμμής με πολυάριθμους φίλους και θαυμαστές. Στη δεκαετία του '60 και του '70 ερμήνευσε πολλές επιτυχίες δημιουργώντας ένα μύθο γύρω από τις φωνητικές του ικανότητες. Λέγεται μάλιστα ότι ήταν ο μόνος που ανταγωνιζόταν επιτυχώς τον Καζαντζίδη στις καρδιές των φιλόμουσων. Όπως και να 'χει η μεγάλη καριέρα του άρχισε από ένα χαστούκι που ο Μανώλης θα το θυμόταν πάντα με ευγνωμοσύνη.